Αναμνήσεις από τη Σάμο « Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία


Συμπληρώθηκαν χτες έντεκα χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Όλα αυτά τα χρόνια, συνέχισα να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του. Τα εκδομένα έχουν εξαντληθεί και ήδη δημοσιεύουμε αυτή την περίοδο το ανέκδοτο μυθιστόρημά του «Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια», που πλησιάζει κι αυτό να τελειώσει (μεθαύριο θα έχουμε μια ακόμα συνέχεια)

Όμως έχουν απομείνει ορισμένα αποσπάσματα βιβλίων που δεν τα έχω δημοσιεύσει και τα κρατάω για ειδικές περιστάσεις -σαν τη σημερινή. Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του πατέρα μου Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, ήταν έτοιμο για έκδοση από τον ίδιο όταν πέθανε ξαφνικά και τελικά κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Αρχείο (Προηγουμένως είχε επίσης εκδοθεί μεταθανάτια ένα ακόμα έργο του, οι τρεις νουβέλες Ο βενετσιάνικος καθρέφτης). Από τα Εφτά καλοκαίρια έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο πολλά αποσπάσματα, το 2012 και το 2013 κυρίως, αλλά όχι ολόκληρο το έργο. Οπότε σήμερα θα παρουσιάσω αποσπάσματα από το δευτερο καλοκαίρι, του 1939, με αναμνήσεις από τη Σάμο. Από το κεφάλαιο εκείνο έχω ήδη δημοσιεύσει κάποια αποσπάσματα, στην αντίστοιχη επέτειο το 2019, οπότε τώρα δημοσιεύω τα πριν και τα μετά.

Ένα βιογραφικό του πατέρα μου μπορείτε να βρείτε σε παλιότερο άρθρο.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  (1939)

 

Πέρασαν τρία χρόνια από το πρώτο καλοκαίρι. Από πέρσι, τον πατέρα μου, τον είχαν μεταθέσει σ’ ένα άλλο νησί, κοντινό με το δικό μας, τη Σάμο και αυτή η μετοικεσία με χώρισε από τους συμμαθητές και τους φίλους που ’χα κάνει μέσα σε  δύο χρόνια στην πατρίδα μου. Στην αρχή αυτό μου κακοφάνηκε, γρήγορα όμως νέες γνωριμίες σκέπασαν τις παλιές  και οι καινούργιες φιλίες που δέθηκαν, με παρηγόρησαν γι’ αυτές που άφησα στο νησί του.

         Πολύ σύντομα απορροφήθηκα από τις νέες συνθήκες. Σ’ αυτό βοήθησε πολύ το ότι εκείνο το καλοκαίρι μπήκαν στη ζωή μου το βιβλίο και το διάβασμα. Μετά το κλείσιμο των σχολείων απολάμβανα το παιχνίδι, το κολύμπι και το διάβασμα.  Ήταν ένα  καλοκαίρι ζεστό και ξερό που σ’ έκανε να μη θέλεις να βγεις από τη θάλασσα.

         Για τους μεγάλους όμως, ήταν ένα φοβερό καλοκαίρι. Στην Ελλάδα η δικτατορία έκλεινε τρία χρόνια και στην Ευρώπη από ώρα σε ώρα περίμεναν να ξεσπάσει ο πόλεμος, που όλοι πίστευαν πως αργά ή γρήγορα θάφτανε και στον τόπο μας. Εγώ  όμως κι οι  συνομήλικοι φίλοι μου, τον πόλεμο τον είχαμε βάλει κι αυτόν μέσα στο παιχνίδι μας.

*   *   *

…………………………………………………………………

Από το παρατηρητήριο του προκεχωρημένου πολυβολείου της γραμμής Μαζινό ο λοχαγός Ερρίκος Καρδινιάκ παρατηρούσε ανήσυχος τις εχθρικές γραμμές. Γύρω του οι οβίδες πέφταν βροχή και από τα θραύσματά τους είχαν σκοτωθεί οι τρεις στρατιώτες του αποσπάσματος και, το χειρότερο, είχε τραυματιστεί κι ο υποδιοικητής του, ο υπολοχαγός Ντυμπουά. Μονάχα η αδελφή του ελέους, η νοσοκόμα Μάρθα, που εθελοντικά πήρε μέρος στην αποστολή αυτοκτονίας, ήταν γερή και έδενε τις πληγές του τραυματία.

– Τι γίνεται με κείνο το τηλέφωνο; ρώτησε ο λοχαγός, ξέροντας πως  δεν θα ’παιρνε απάντηση. Κι ο τηλεφωνητής είχε σκοτωθεί και όπως φαίνεται τα σύρματα είχαν κοπεί από τις εχθρικές οβίδες.

– Πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια από τη βάση, αλλά ποιος να πάει,  μονολόγησε χαμηλόφωνα.

– Αν το επιτρέπεις λοχαγέ μου να πάω εγώ, πρότεινε θαρρετά η Μάρθα.

– Τι λες, θα τα καταφέρεις; τη ρώτησε ο λοχαγός χωρίς να κρύψει μια ενδόμυχη ανησυχία του. Αισθανόταν για τη θαρραλέα νοσοκόμα κάτι παραπάνω από φιλία.

…………………………………….

“Παιδιά, πού είσαστε, ελάτε για φαΐ”, ακούστηκε από ψηλά η μελωδική κοντράλτα φωνή μιας γυναίκας. Η γραμμή Μαζινό και το πολυβολείο της χάθηκαν κι έμεινα με τον Άγη και τη Μάρθα σ’ ένα κατασκεύασμα από άμμο, οικοδομική ξυλεία, τούβλα  και τενεκέδες. Βγήκαμε κι οι τρεις μας στον  ανοιχτό χώρο.

“Πω πω, πώς μου γίνατε έτσι: Σαν αλευρωμένες μαρίδες είσαστε. Γρήγορα στο μπάνιο, πριν ακουμπήστε το πιρούνι”.

Η κυρία Μέλπω, η μαμά  του Άγη και της Μάρθας μπήκε από το μπαλκόνι στο εσωτερικό του σπιτιού κι εμείς πήγαμε στο μπάνιο για να πλυθούμε.

Ήμασταν αχώριστοι από τότε που γνωριστήκαμε. Ο πατέρας μου και ο κύριος Παύλος, ο πατέρας των παιδιών, ήταν συνάδελφοι στην Τράπεζα. Συνέπεσε να διαβάζουμε και οι τρεις μας το ίδιο παιδικό περιοδικό, ένα θαυμάσιο έντυπο που λεγόταν απλά «το Περιοδικό μας» και που είχε πολύ ενδιαφέροντα μυθιστορήματα, ιστορίες με εικόνες, μια από τις οποίες μάλιστα διαδραματιζόταν στον άγνωστο πλανήτη Διόνυσο, όπου είχε φτάσει ένα διαστημόπλοιο με επιστήμονες από τη Γη.

Δίπλα στο σπίτι του Άγη και της Μάρθας υπήρχε ένα μεγάλο οικόπεδο, όπου ο ιδιοκτήτης του είχε κουβαλήσει ίσαμε είκοσι κυβικά άμμο, χιλιάδες τούβλα, μαδέρια και άλλα οικοδομικά υλικά για να χτίσει σπίτι. Κάτι μεσολάβησε όμως και η οικοδομή δεν άρχισε. Ίσως φοβήθηκε πως όπου να ’ναι θα ξεσπούσε πόλεμος.

Με την καθοδήγησή μου ανοίξαμε χαρακώματα στην άμμο και με τα μαδέρια φτιάξαμε ένα φυλάκιο της γραμμής Μαζινό, ενώ μεγάλη ποσότητα άμμου και τούβλων μεταφέρθηκε στην άλλη γωνιά του οικοπέδου όπου δημιουργήσαμε την πόλη του άγνωστου πλανήτη, με τους κρατήρες του, τους ουρανοξύστες, τους εναέριους δρόμους κι όλα όσα έδειχναν οι εικόνες της ιστορίας στο περιοδικό.

Ένα μήνα παλεύαμε να φτιάξουμε όλα αυτά τα τεχνικά έργα, δουλεύοντας σαν είλωτες από το πρωί ως την ώρα του μπάνιου κι από τον απογευματινό ύπνο ώσπου σκοτείνιαζε. Την άμμο την κουβαλούσαμε μέσα  στα άσπρα πάνινα καπέλα μας και ήμασταν τόσο συνεπαρμένοι με το παιχνίδι, ώστε δυστροπούσαμε ακόμα και όταν μας φώναζαν να πάμε για κολύμπι. Τελικά όμως η αγάπη της θάλασσας νικούσε.

Το μεσημέρι οι γονείς μας είχαν κανονίσει, καθώς τα σπίτια μας ήταν κοντά, να κοιμόμαστε και τα τρία παιδιά εναλλάξ στο ένα ή στο άλλο σπίτι. Στην πραγματικότητα δεν κοιμόμασταν. Η υπερέντασή μας ήταν τόση, που δεν μας άφηνε να κλείσουμε μάτι.

Ενώ οι γονείς ροχάλιζαν ελαφρά στο διπλανό δωμάτιο εμείς μιλούσαμε χαμηλόφωνα. Δηλαδή εγώ μονοπωλούσα τη συζήτηση.  Το “Περιοδικό μας” είχε διακόψει ξαφνικά την έκδοσή του και αυτό μας άφησε απαρηγόρητους, καθώς τα περισσότερα μυθιστορήματά του είχαν μείνει μισοτελειωμένα. Ιδίως εκείνο με τις εικόνες, το διαπλανητικό, είχε διακοπεί σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή, όταν το πλήρωμα του διαστημοπλοίου είχε παγιδευτεί από κάποιον κακό κυβερνήτη του άγνωστου πλανήτη. Καθώς ήμουν ήδη μεγάλος παραμυθάς, ανέλαβα να τελειώσω τις σταματημένες ιστορίες του περιοδικού, βγάζοντας από το νου μου τις συνέχειές τους. Τους είπα όμως πως τις είχα διαβάσει πρόπερσι σε κάποιο άλλο περιοδικό. Δεν είχα μεγάλη πεποίθηση στις μυθοπλαστικές μου ικανότητες. Δεν ξέρω αν με πίστεψαν ή όχι. Το γεγονός ήταν πως με άκουγαν με μεγάλη προσοχή. Καμιά φορά διάνθιζα τις ιστορίες μου με κωμικές σκηνές παρμένες από ταινίες του Χαρολτ Λόϋδ ή του Χοντρού και του Λιγνού, που ο Άγης και η Μάρθα δεν είχαν δει. Τότε μας έπιαναν και τους τρεις ασταμάτητα γέλια, αλλά επειδή γελούσαμε σιωπηλά, στο τέλος από τα γέλια μάς πονούσε η κοιλιά.

Το σπίτι που μέναμε ήταν έξω από τα όρια της πόλης, σε μια πλατειούλα που σχηματιζόταν καθώς ο παραλιακός δρόμος έστριβε, αφήνοντας αριστερά του το λιμενοβραχίονα. Αμέσως μετά το λιμενοβραχίονα, δίπλα στη θάλασσα,  ήταν ένας θερινός κινηματογράφος κι ένα εξοχικό κέντρο. Και τα δύο ανήκαν στον ίδιον επιχειρηματία.

Εκείνο το καλοκαίρι στον κινηματογράφο αυτόν είδαμε πολλά ενδιαφέροντα έργα, όπως το «Βίβα Βίλλα» με τον Ουώλας Μπήρι, τα «Εφτά χρόνια γρουσουζιά» με τον Τέο Λίνγκεν, το “Χοντρό και Λιγνό στη λεγεώνα των ξένων”, το «Έγκλημα στη Γραμμή Μαζινό», που μας είχε εμπνεύσει και την ιστορία με το οχυρό που φτιάξαμε. Το πιο σπουδαίο γεγονός όμως, ήταν οι παραστάσεις που έδωσε στον ίδιο χώρο, που είχε μετατραπεί σε θέατρο, ο θίασος του Βασίλη Αργυρόπουλου, που ήταν κανονικός θίασος, και όχι κανένα μπουλούκι. Και τα δυο έργα που είδαμε: “Ο υπερφυσικός μπεμπές” και “Ζητείται δακτυλογράφος” μου άρεσαν πολύ. Δεν ήταν μόνο τα σκηνικά προσεγμένα, ήταν και οι ηθοποιοί που παίζανε εξαιρετικά. Ιδίως ο Αργυρόπουλος και ο Χέλμης ήταν ανυπέρβλητοι.

Τις προβολές του σινεμά και τις θεατρικές παραστάσεις θα μπορούσαμε άνετα να παρακολουθήσουμε από το μπαλκόνι του σπιτιού μας που ήταν ακριβώς απέναντι, μόνο που δεν θ’ ακούγαμε τι λέγαν οι ηθοποιοί, η κυρία Άννα όμως, η σπιτονοικοκυρά μας, που δεν είχε η καημένη οικονομική άνεση, τις παρακολουθούσε με κάτι περίεργα κιάλια, μικρά και κομψά, τελείως διαφορετικά από τα στρατιωτικά κιάλια του θείου Ανδρέα.

H σπιτονοικοκυρά μας, ήταν μια αδύνατη γριά, κάπως ασύμμετρα κυρτωμένη, που ο πατέρας μου, με το πρώτο που την είδε, την έβγαλε «Σαμαροπαΐδα». Ήταν πολύ καθαρή και περιποιημένη, και το μεγάλο σπίτι της, παρά την εγκατάλειψη που φαινόταν από την κατάσταση των τοίχων, των πατωμάτων και των παραθύρων, ήταν πάντα καθαρό και συγυρισμένο. Η Σαμαροπαΐδα ήταν κάποτε πλούσια, από πολύ καλή οικογένεια και είχε διατελέσει Κυρία επί των τιμών του τελευταίου ηγεμόνα, όταν το νησί ήταν αυτόνομη ηγεμονία, υποτελής στο Σουλτάνο, πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Στο σαλόνι της, στο ισόγειο του σπιτιού, μου είχε δείξει με καμάρι αποδείξεις της παλιάς της δόξας. Καστανόχρωμες φωτογραφίες σε επίχρυσα κάδρα καθώς και έγχρωμες λιθογραφίες με την εικόνα του ηγεμόνα, πλαισιωμένη με τις σημαίες και τα εμβλήματα του κρατιδίου. Η σημαία είχε έναν άσπρο σταυρό που τη χώριζε σε δυο κόκκινα και δυο μπλε τετράγωνα, ενώ η ναυτική σημαία ήταν μπλε με ένα κόκκινο τρίγωνο στη μέση και ένα λευκό σταυρό στο κέντρο του.

Την είχα συμπαθήσει την καλή γριούλα και πρόθυμα την άκουγα να αφηγείται για τα νιάτα της, ιστορίες που καταλάβαινα βέβαια πως ήταν πατιναρισμένες με τη χρυσόσκονη της υπερβολής, αλλά τόσο ωραία δοσμένες, ώστε τελικά  με γοήτευαν.

“Δεν έπρεπε να καταργηθεί η αυτονομία μας” μου είπε μια φορά. “Θα μπορούσε το νησί μας να παραμείνει αυτόνομο, όχι πια υποτελές στο Σουλτάνο, αλλά με ηγεμόνα τον ίδιο τον βασιλέα των Ελλήνων. Η ευημερία και η ακμή μας θα συνεχιζόταν, ενώ τώρα τι είμαστε;  μια απλή νομαρχία, δηλαδή τίποτα”.

Καθώς εκείνο το καλοκαίρι είχε μπει για καλά στη ζωή μου το διάβασμα, μου επέτρεψε να περιεργαστώ τη βιβλιοθήκη της και να ξεφυλλίσω κάτι παλιές εκδόσεις του Ιουλίου Βερν, μεταφρασμένου σε “βαθιά ελληνικά” αλλά με καταπληχτική εικονογράφηση: Ο “Σάνσελωρ”, “Τα 500 εκατομμύρια της Βεγούμ”, “Η χρυσοφόρος φλεψ”, “Αι μέλαιναι Ινδίαι” και άλλα. Μου έδειξε επίσης ένα τόμο της “Διάπλασης” του έτους 1897.

“Υπήρξα Διαπλασοπούλα” μου είπε με κάποιο καμάρι και έδειξε να ξαφνιάζεται ευχάριστα όταν της είπα πως και η μικρή μου θεία, η θεία Μάρω, ήταν επίσης διαπλασοπούλα και είχε παντρευτεί διαπλασόπουλο, με το οποίο γνωρίστηκε χάρη στα “Μικρά Μυστικά” του περιοδικού. Το αίσθημα της θείας Μάρως ήταν ρομαντικό και το συντηρούσε μια ακατάσχετη αλληλογραφία με το πρώην διαπλασόπουλο, που στο μεταξύ είχε γίνει “το παιδί από τη Φλώρινα”, γιατί υπηρετούσε ως τριατατικός στην πόλη αυτή της Μακεδονίας,  για να καταλήξει πέρσι να γίνει “ο θείος Γιώργος” (ή επίσης “ο Σλαβομακεδόνας”, όπως τον έλεγε πειραχτικά ο μπαμπάς μου).

Ανέβηκα τρέχοντας στο διαμέρισμά μας, φορτώθηκα τους τρεις τόμους της Διάπλασης, των ετών 1923, 1924 και 1925, που μου τους είχε χαρίσει η θεία Μάρω και τους κουβάλησα κάτω θριαμβευτικά. Έκανε σα μικρό κοριτσάκι. Καθίσαμε δίπλα δίπλα στο τραπέζι και για ώρες ξεφυλλίζαμε τη Διάπλαση.

Τελικά με την κυρία Άννα γίναμε φίλοι και η φιλία μας επισφραγίστηκε με ένα δώρο που μου έκανε: ένα λιγοσέλιδο βιβλίο, με τίτλο “Γραμματική και Συντακτικόν της Διεθνούς Βοηθητικής Γλώσσης Εσπεράντο”.

“ Το νησί μας ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που έκανε υποχρεωτική τη διδασκαλία της Εσπεράντο”, μου εξήγησε.

Καταπιάστηκα να μελετώ την περίεργη γλώσσα και σε λίγο μπορούσα  να κάνω τον έξυπνο στον Άγη και στη Μάρθα που κάνανε ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών, αλλά που δεν μπορούσαν να καταλάβουν σε ποια γλώσσα ανήκαν οι φράσεις όπως “Kui mi estas? – Ti estas la profesoro” που τους πετούσα

Όταν δεν έπαιζα με τον Άγη και τη Μάρθα, δηλαδή σαν μαζευόμουν σπίτι το βράδυ, διάβαζα.  Αυτό το καλοκαίρι εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η βιβλιοφιλία μου. Άλλωστε σ’ αυτό βοηθούσε η όλη οικογενειακή ατμόσφαιρα. Τα ράφια με βιβλία πιάνανε μεγάλο μέρος των τοίχων στο σπίτι μας. Μέσα σε τρεις μήνες ξεκοκάλισα τους τρεις τόμους της Διάπλασης, που μου χάρισε η θεία Μάρω πριν παντρευτεί. Σ’ αυτούς τους τρεις τόμους, τους καλύτερους ίσως στην ιστορία του μακρόβιου αυτού περιοδικού, διάβασα τις “Διετείς διακοπές” το “Θαυμαστό ταξίδι”, το “Χωρίς οικογένεια”, την “Καλύβα του μπάρμπα-Θωμά” και ένα μυθιστόρημα – ποταμό, για μια γαλλική στρατιωτική οικογένεια, σε τρία μέρη: στο πρώτο από τα οποία, “Ο μικρός τυμπανιστής” ο αρχηγός της οικογένειας ξεκινούσε από τυμπανιστής στον στρατό της γαλλικής επανάστασης, για να καταλήξει αξιωματικός του Ναπολέοντα, στο δεύτερο “Οι βαπτιστικοί του Ναπολέοντος” τα παιδιά του, αξιωματικοί επίσης, είχαν πάρει μέρος στην κατάκτηση της Αλγερίας και στον Κριμαϊκό πόλεμο και είχαν σκοτωθεί στον γαλλογερμανικό πόλεμο του ’70, ενώ στο τρίτο “Το Δελφινάκι”, ο εγγονός, πολεμούσε στους αποικιακούς πολέμους και ιδίως στην Ινδοκίνα. Το μυθιστόρημα αυτό με την εξαιρετική του εικονογράφηση, με είχε συναρπάσει. Ιδιαίτερα θαύμαζα τον μεγαλύτερο από τους βαπτιστικούς του Ναπολέοντος, τον λοχαγό Ερρίκο Καρδινιάκ, τον οποίο, στα παιχνίδια μας, τον είχα αναστήσει και μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή.

Ήμουν άλλωστε φανατικός γαλλόφιλος. Την αγάπη μου για τη Γαλλία την είχα πάρει από τον θείο Αντρέα, που είχε πολεμήσει δίπλα τους, τον καιρό της Εθνικής Αμύνης και της εκστρατείας της Ουκρανίας. Ο θείος Αντρέας μου ’λεγε πως ο γαλλικός στρατός είναι ο καλύτερος του κόσμου και η Γαλλία η πιο μεγάλη στρατιωτική δύναμη και η πιο αληθινή Δημοκρατία. Αυτό το τελευταίο το ’λεγε χαμηλόφωνα. Ο θείος Αντρέας καταγόταν από το Ψηλομέτωπο, ένα χωριό της Λέσβου, αλλά γεννήθηκε στο Αδραμύτι της γειτονικής Μικρασίας και πολύ μικρός, μόλις ξέσπασε ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος,  ήρθε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε εθελοντής. Από απλός στρατιώτης έγινε υπαξιωματικός και ακολούθως ανθυπασπιστής και κατόπιν μετεκπαιδεύτηκε σε μια Στρατιωτική Ακαδημία και ονομάστηκε υπολοχαγός. Στην Ακαδημία είχε εκπαιδευτή ένα Γάλλο συνταγματάρχη “της Σχολής Σαιν Συρ”. Αυτό το θυμήθηκα όταν διάβασα το μυθιστόρημα της Διάπλασης, όπου και ο αγαπημένος μου λοχαγός Ερρίκος Καρδινιάκ είχε κι αυτός τελειώσει τη σχολή Σαιν Συρ.

Και ο πατέρας μου αγαπούσε τη Γαλλία, όχι όμως για τον στρατό και τη δημοκρατία της, αλλά για τον Βολταίρο, τον Ουγκώ, τον Ζολά, τον Ανατόλ Φρανς, τη “Μασσαλιώτιδα”, τη “Διεθνή” και την “Κομμούνα του Παρισιού”. Όσο για το στρατό, ο πατέρας μου δεν παραδεχόταν κανέναν καλύτερο από τον Κόκκινο Στρατό.

“Άλλωστε ο Κόκκινος Στρατός πέταξε τους Γάλλους σου στη θάλασσα, τότε,  στην Οντέσσα”

είπε μια φορά στο θείο Αντρέα, που έγινε έξω φρενών.

“Δεν νίκησαν οι Μπολσεβίκοι το γαλλικό στρατό” άρχισε να φωνάζει “τον υπονόμευσε η κομμουνιστική προπαγάνδα και η ανταρσία του στόλου. Ήμουνα εκεί και τα είδα με τα μάτια μου”.

Δεν προχώρησε άλλο η κουβέντα τους γιατί οι δυο σύγγαμβροι, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους, σπανίως μάλωναν, καθώς εκτιμούσε και αγαπούσε ο ένας τον άλλον.

Δεν ήξερα τι ήταν αυτός ο “Κόκκινος Στρατός”. Τον φανταζόμουν σαν ένα στρατό από καβαλάρηδες ντυμένους στα κόκκινα και πάνω σε άλογα καφεκόκκινα, όπως το άλογο του λοχαγού, του κυρίου Τσιγκάκου. Ούτε για τους Μπολσεβίκους ήξερα τίποτα. Το όνομά τους με φόβιζε. Τους φανταζόμουν σαν κάτι αγριάνθρωπους, που κυβερνούσαν τη Ρωσία. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω πώς ήταν δυνατό να είναι αρχηγός τους ο Λένιν, για τον οποίο ο πατέρας μου είχε πει πρόπερσι πως ήταν ο μεγαλύτερος άνθρωπος του αιώνα και ο κύριος Παπανικόλας είχε συμπληρώσει, συμφωνώντας μαζί του, πως “είχε αλλάξει τον ρουν της ιστορίας”.

 

Το νησί περιβρεχόταν από την πιο καθαρή και διάφανη θάλασσα που είχα δει ποτέ μου. Στα δέκα χρόνια της ζωής μου, εξ αιτίας των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα μου, είχα γνωρίσει πολλά μέρη, κατά κανόνα παραθαλάσσια, όμως πουθενά δεν συνάντησα αυτή την απίστευτη διαύγεια και καθαρότητα των νερών, που βρήκα σ’ αυτές τις ακτές

Στη βραχώδη ακτή που γειτόνευε με το σπίτι μας, δίπλα στο κέντρο διασκεδάσεως και  τον κινηματογράφο, κάναμε κατά κανόνα μπάνιο, μαζί με τους περίοικους αλλά και πολλούς άλλους, που έρχονταν από άλλες γειτονιές της πόλης. Κι εδώ τα νερά ήταν πεντακάθαρα, αλλά γεμάτα μικρούς μαύρους αχινούς. Γενικά οι αχινοί αφθονούσαν σε όλες τις βραχώδεις ακτές του νησιού, που ήταν και οι περισσότερες. Μεγάλες αμμουδιές κοντά στην πόλη υπήρχαν μονάχα στο αντικρινό Μαλαγάρι, στο λίγο πιο μακρινό Καλάμι και στην κάπως απόμερη Βλαμαρή, σε μέρη δηλαδή απρόσιτα με τα πόδια.

Οι ντόπιοι αγαπούσαν πολύ τη θάλασσα και όταν δεν κολυμπούσαν τη διαπλέανε με κάτι αυτοσχέδια ξύλινα, κούφια, πλεούμενα, που τα ’λεγαν κορίτες. Υπήρχαν κορίτες διαφόρων μεγεθών, παιδικές ή για μεγάλους, οι οποίες ήταν μονοθέσιες, διθέσιες ή, σπανίως, τριθέσιες. Ο επιβάτης έμπαινε στην κορίτα από μια τρύπα και, καθώς καθόταν με τα πόδια τεντωμένα μπροστά, τα τοιχώματα του μικροσκοπικού σκάφους φτάνανε λίγο πιο κάτω από τις μασχάλες του.  Η κίνηση γινόταν με ένα ή περισσότερα δίκωπα στις μεγάλες ή με δυο κουπάκια σαν τις ρακέτες του πινγκ πονγκ στις παιδικές. Ασυνήθιστος μ’ αυτό το θέαμα καθόμουν με τις ώρες στην ακτή παρακολουθώντας ιδίως τα παιδιά, πολλά μικρότερά μου, που ανοίγονταν άφοβα στα βαθιά. Αγαπούσα τη θάλασσα και το κολύμπι αλλά δεν κολυμπούσα καλά και επί πλέον φοβόμουν τα βαθιά.

Εκείνο το καλοκαίρι επίσης παρατήρησα ένα σχετικά σπάνιο και περιοδικά επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, που οι ντόπιοι ονόμαζαν πλορέντζα. Έγινε ένα δειλινό, όταν η θάλασσα είχε καλμάρει μετά από δυνατούς βοριάδες που κράτησαν  δέκα και πάνω μέρες. Καθόμασταν με τον μπαμπά μου και τη μαμά μου σ’ ένα τραπεζάκι ζαχαροπλαστείου, στο μουράγιο μπροστά από την Εθνική Τράπεζα. Ξαφνικά παρατήρησα μιαν αναταραχή στον κόσμο που καθόταν στα γύρω τραπεζάκια ή βολτάριζαν στην προκυμαία. Η θάλασσα, χωρίς κύμα ή αναμάμαλο, ανέβαινε σιωπηλά και απειλητικά, κάλυψε ένα ένα τα σκαλιά της πέτρινης αποβάθρας, έφτασε ως το χείλος του μουράγιου κι ύστερα τα νερά της ξεχύθηκαν κι απλώθηκαν στο εσωτερικό. Όλοι σηκώθηκαν και προσέχοντας μη βρέξουν τα παπούτσια τους έτρεξαν προς τα εσωτερικά πεζοδρόμια.

Το βράδυ, ακόμα εντυπωσιασμένος με το φαινόμενο, το συζήτησα με τον πατέρα μου, που πάντα και με προθυμία μου έλυνε όλες τις απορίες

“Έτσι πρέπει να έγινε με τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα” μου είπε εκείνος.

“Ενώ στον κατακλυσμό του Νώε έβρεχε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, στον δικό μας κατακλυσμό δεν αναφέρονται τέτοιες βροχές αλλά ανύψωση της θάλασσας” συμπλήρωσε.

“Ποιος ήταν πιο παλιός κατακλυσμός, του Νώε ή του Δευκαλίωνα;” τον ρώτησα

“Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά είχαμε τον κατακλυσμό του Ωγύγου. Θα σου τα διηγηθώ μιαν άλλη φορά” έκλεισε τη συζήτηση, βλέποντας με να κουτουλάω από τη νύστα.

[Από εδώ αρχίζει το κομμάτι που έχω ήδη δημοσιεύσει στο παλιότερο άρθρο, και μετά από αυτό το κομμάτι δημοσιεύω τη συνέχεια του κεφαλαίου]

[Ο πατέρας μου είχε πάει εκδρομή με το θείο του για να βρουν πετρώματα]

Κάποτε ο θείος μου είπε στον οδηγό να σταματήσει. Κατεβήκαμε από το ταξί και τραβήξαμε σε μια χαλικούρα γυμνή από κάθε βλάστηση. Ο ταξιτζής έδειξε κάποια πρόθεση να μας ακολουθήσει αλλά το ύφος του θείου Γιώργου τον αποθάρρυνε τελείως.

Ο θείος μου ξεδίπλωσε ένα χάρτη του νησιού, μεγάλον σαν αυτόν που ήταν κρεμασμένος στην τάξη μας στο σχολείο. Δεν ήταν όμως πολιτικός η γεωφυσικός αλλά πολύχρωμος και πολυτεμαχισμένος σε σημείο που θύμιζε κάτι σπαζοκεφαλιές που δημοσίευαν τα περιοδικά και που έπρεπε να μαυρίσεις κάποια κομμάτια για να σχηματιστεί η κρυμμένη  εικόνα.

“Είναι γεωλογικός χάρτης” μου εξήγησε

Άρχισε να μαζεύει κάτι άσπρες πέτρες, που τις έβαζε σε ειδικά σακουλάκια από χοντρό καραβόπανο και όταν γέμιζαν, τα έκλεινε και έγραφε πάνω τους με μελανί μολύβι κάτι νούμερα. Έβαλε κατόπιν τα σακουλάκια σε ένα τσουβάλι και με τη βοήθεια του ταξιτζή τα μεταφέραν στο αμάξι.

“ Τι έγινε αφεντικό βρήκες τίποτα;”

“Όχι ακόμα. Θα ξανάρθω μεθαύριο. Αν είσαι ελεύθερος από αγώι, θα ’ρθούμε μαζί”

“Μετά χαράς”

Όταν αφήσαμε το ταξί, φάγαμε σ’ ένα μαγέρικο στο λιμάνι και κατόπιν πήραμε το λεωφορείο για το Βαθύ. Φυσικά δεν τηρήθηκε η υπόσχεση για βόλτα με το τραμ, αλλά λίγο μ’ ένοιαξε, γιατί ήμουν κουρασμένος. Γυρίσαμε στο σπίτι μας κατά τις τέσσερις το απόγεμα. Από το τέρμα των λεωφορείων πήραμε ένα βαστάζο με καροτσάκι, που μας βόηθησε να μεταφέρουμε το τσουβάλι με τις πέτρες. Την ώρα που το ξεφόρτωνε από το καροτσάκι, το τσουβάλι του ’φυγε από τα χέρια του βαστάζου και έπεσε στο έδαφος και από κάποιο σακουλάκι όχι καλά κλεισμένο σκόρπισαν στο έδαφος μερικές άσπρες πέτρες. Εκείνη την ώρα έβγαινε από το σπίτι του ο λοχαγός, ο κύριος Τσιγκάκος, που ως Μανιάτης επιδίωκε να σχετιστεί με τον πατέρα μου και ήδη είχε δώσει γνωριμία με τον θείο Γιώργο. Κάτι τον ρώτησε ο λοχαγός κάτι του απάντησε ο θείος, αλλά εγώ ήμουν τόσο κουρασμένος, που δεν έμεινα ν’ ακούσω. Ακολούθησα τη μαμά μου που είχε βγει στην πόρτα να μας υποδεχτεί.

Από κείνο το απόγεμα όμως, και κάθε τόσο, άκουγα τα βράδια από το σπίτι του λοχαγού πολλά χτυπήματα, σα να κοπανούσαν κάτι σε γουδί. Στα ερωτήματά μου οι γονείς μου δεν απαντούσαν αλλά γελούσαν πονηρά.

[Χρόνια αργότερα όταν, φοιτητής πια, ξαναντάμωσα το θείο μου στην Αθήνα και τον ρώτησα σχετικά, εκείνος μου εξήγησε πως για να ξεφορτωθεί το λοχαγό που ήθελε, σώνει και καλά, να μάθει τι ήταν αυτές οι άσπρες πέτρες, του είπε πως ήταν χημικός στη φαρμακοβιομηχανία Δαμβέργη και πως οι πέτρες αυτές περιείχαν κάποιο ισχυρό αφροδισιακό, που έδινε στον άντρα ακαταμάχητες ικανότητες. Έπρεπε όμως να τις κοπανάει ώσπου να γίνουν σκόνη, από την οποία να βάζει στο γάλα του μια κουταλιά του γλυκού και να την καταπίνει. Με την ευκαιρία, και καθώς ήταν πατριώτες, του χάρισε μερικές από τις θαυματουργές πέτρες.]

Εκείνο το καλοκαίρι, και πριν ακόμα φύγει ο θείος ο Γιώργος, τη μαμά μου την ερωτεύτηκε το άλογο του λοχαγού Τσιγκάκου. Ο λοχαγός υπηρετούσε στο 24ο Σύνταγμα Πεζικού και έμενε δίπλα στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας. Από την αρχή είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει με τον πατέρα μου κοινωνικές σχέσεις. Αφορμή δε, για τις πρώτες κοινωνικές επαφές τους, στάθηκε αυτό το άλογο. Ο λοχαγός συνήθιζε το μεσημέρι να γυρίζει από τους στρατώνες, που ήταν στο κέντρο της πόλης, πίσω από το Ηγεμονικό Μέγαρο (τώρα Νομαρχία), καβάλα στο άλογο του και επειδή το σπίτι του δεν είχε καθόλου αυλή, το έδενε στο στύλο και το άφηνε να στέκει στον ήλιο όσην ώρα εκείνος έτρωγε και ξεκουραζόταν. Δεν εμπιστευόταν το ζώο στις φροντίδες της ορδινάντζας του γιατί, όπως έλεγαν οι γειτόνοι, ζήλευε παθολογικά τη γυναίκα του και γι’ αυτό ο υπηρέτης του δεν πάτησε ποτέ στο σπίτι του.

Η μαμά μου το λυπόταν το καημένο το ζωντανό και, αφού εξασφάλισε τη σύμφωνη γνώμη της κυρίας Άννας,  πρότεινε στο λοχαγό να της επιτρέψει να το δένει στην αυλή τους, κάτω από μια πολύφυλλη συκιά. Ο λοχαγός συγκατένευσε χωρίς πολλές τσιριμόνιες. Γι’ αυτόν το άλογο του ήταν κάτι σαν μοτοσικλέτα ή ποδήλατο. Δεν το θεωρούσε άξιο μεγαλύτερης προσοχής. Οι δυο γυναίκες δεν περιορίστηκαν να εξασφαλίσουν σκιά στο ζωντανό, που ήταν πολύ ωραίο ζώο, καστανοκόκκινο με μιαν άσπρη τριγωνική βούλα στο μέτωπο και μαύρη στιλπνή και πυκνή χαίτη, παρά το πότιζαν, το τάιζαν με ό,τι κατάλληλο φαγώσιμο βρισκόταν, και το κανάκευαν με διαφόρους τρόπους, ιδίως η κυρία Άννα, που θυμήθηκε τα νιάτα της, όταν ως κυρία επί των τιμών του τελευταίου ηγεμόνα και μέλος του ιππικού ομίλου, είχε μεγάλη εξοικείωση με τα άλογα. Παρ’ όλα αυτά το άλογο έδειχνε να συμπαθεί ιδιαίτερα, όχι την έμπειρη πρώην αμαζόνα, αλλά την πολύ νεότερη και ομορφότερη φίλη της, τη μαμά μου. Το γεγονός ήταν, πως μόλις την έβλεπε να πλησιάζει, έβγαζε κάποιον σχεδόν ανεπαίσθητο ήχο, σαν αναστεναγμό, ανατρίχιαζε ολόκληρο, κοιτάζοντας την με λατρεία, η χαίτη του φρικιούσε και με το δεξί μπροστινό του πόδι έξυνε με κάποιο νάζι το χώμα.

Σ’ αντίθεση με τον ανυποψίαστο λοχαγό, ο πατέρας μου δεν άργησε να αντιληφθεί τον έρωτα του αλόγου προς τη μαμά μου και τη διασκέδασε την υπόθεση με την ψυχή του, πειράζοντάς την. Η μαμά μου διαμαρτυρόταν και γινόταν κατακόκκινη. Ο μπαμπάς μου όμως επέμενε και αναφερόταν στους έρωτες αλόγων με γυναίκες, από τους οποίους προέκυψαν οι Κένταυροι. Ένα βραδάκι μάλιστα, που τρώγανε την πάστα τους μαζί με τον κύριο Παύλο και την κυρία  Μέλπω, σ’ ένα ζαχαροπλαστείο στην προκυμαία (εγώ με τον Άγη και τη Μάρθα παίζαμε λίγο πιο πέρα) τους ανακοίνωσε πως είχε αντεραστή και μάλιστα τετράποδο! Έγινε μεγάλο καλαμπούρι. Και από την επομένη όλο το προσωπικό της Τράπεζας ήξερε για τον έρωτα του αλόγου προς τη μαμά μου.

Άλλωστε τα πράγματα σιγά σιγά σοβάρευαν. Ένα απόγεμα, και καθώς ο λοχαγός το είχε μόλις καβαλήσει για να πάει στο στρατώνα, το άλογο, που μας αντελήφθη, εμένα, τον πατέρα μου και τη μαμά μου, ντυμένη για έξω, να κινάμε για την παραλία, σηκώθηκε χλιμιντρίζοντας στα πίσω του πόδια και παραλίγο να γκρεμίσει τον αναβάτη του στο χώμα. Παρά τις καμτσικιές και τις σπιρουνιές που δέχτηκε, και τις άφθονες βλαστήμιες που τις συνόδευαν, δεν έκανε βήμα, ώσπου το αντικείμενο της λατρείας του χάθηκε στη στροφή του δρόμου.

Μιαν άλλη φορά, πολύ αργότερα, όταν είχαν ανοίξει τα σχολεία και στην Ευρώπη είχε αρχίσει ο πόλεμος, κατά τον επίσημο εορτασμό της 27ης επετείου της Ένωσης του νησιού με την Ελλάδα, το ερωτευμένο άλογο παρά λίγο να χαλάσει την παρέλαση. Επικεφαλής των στρατιωτικών τμημάτων (πεζικάριοι, ναύτες του αντιτορπιλικού “Σφενδόνη”, που είχε επί τούτου αγκυροβολήσει στο λιμάνι, χωροφύλακες, λιμενικοί και αγροφύλακες) ήταν ο μόλις προαχθείς σε ταγματάρχη κύριος Τσιγκάκος, φορώντας φυσικά τη μεγάλη του στολή και κρατώντας στο δεξί χέρι το γυμνό ξίφος του. Όλο κόρδωμα και ύφος πέρασε με έναν ωραίο τριποδισμό του αλόγου του, μπροστά από την εξέδρα των επισήμων, χαιρέτησε προτείνοντας το ξίφος το Νομάρχη, τον Συνταγματάρχη, το Δεσπότη και τους λοιπούς επισήμους και συνέχισε την πορεία του, στην κεφαλή της παράταξης. Μετά όμως από τη Φιλαρμονική του Δήμου, που παιάνιζε δίπλα στους επίσημους, έγινε το μοιραίο. Το άλογο είδε ανάμεσα στο πλήθος τη μαμά μου, που παρακολουθούσε την παρέλαση με τον μπαμπά μου. Σταμάτησε τον τριποδισμό του, σηκώθηκε χλιμιντρίζοντας στα πισινά του πόδια κι αντί να συνεχίσει την πορεία του, έκανε απότομη στροφή δεξιά με πολύ φανερή την πρόθεση να χωθεί στο πλήθος για να πλησιάσει την αγάπη του.

Έγινε σούσουρο μεγάλο, καθώς ο ταγματάρχης δεν έχασε μόνο την ψυχραιμία του, αλλά και την ισορροπία του, και σωριάστηκε φαρδύς – πλατύς στην άσφαλτο, με το πηλήκιό του να φεύγει προς την κατεύθυνση της πορείας και το ξίφος του προς την αντίθετη, ενώ παραλίγο να ποδοπατηθεί από τα πεζοπόρα τμήματα, που ως τότε τον ακολουθούσαν με άψογο παράστημα και βηματισμό. Ευτυχώς βρέθηκαν κάποιοι χειροδύναμοι και θαρραλέοι πολίτες, που πιάνοντας το άλογο από τα χαλινάρια του, το επανέφεραν στην τάξη, λίγο πιο πέρα. Εκεί, ήρθε σε λίγο να το βρει, κατασκονισμένος και κατησχυμένος, ο ταγματάρχης, που την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος, δεν το καταχέρισε επί τόπου, όπως θα του άξιζε, αλλά το ίππευσε και έτρεξε να ξαναμπεί επικεφαλής της παράταξης.

Εγώ εκείνη την ώρα βρισκόμουν με την τάξη μου στο τέλος της παρέλασης, σε μεγάλη απόσταση, γιατί πριν από τα σχολεία και μετά το στρατό, μεσολαβούσαν τα τμήματα της ΕΟΝ, φαλαγγίτες και σκαπανείς και όλα αυτά τα έμαθα αργότερα όταν ο πατέρας μου σχολίασε το συμβάν γελώντας με τον κύριο Παύλο και την κυρία Μέλπω.

Στο μεταξύ είχαμε πάψει να μιλάμε με τον κύριο Τσιγκάκο. Οι κοινωνικές σχέσεις που επεδίωξε να συνάψει με την οικογένειά μας δεν ευοδώθηκαν, όχι φυσικά εξ αιτίας του αλόγου, αλλά γιατί ο πατέρας μου από την αρχή δεν τον πήρε από καλό μάτι τον στρατιωτικό. Εκτός που ήταν στεγνός και μαυριδερός, σαν ξυλοκέρατο, ήταν πάντα σοβαρός και αγέλαστος. Δεν καταλάβαινε ούτε σήκωνε αστεία. Η χαριστική βολή όμως στην απόπειρα να δημιουργήσει κοινωνικές σχέσεις μαζί μας, δόθηκε από τον ίδιον, όταν σε μια απογευματινή έξοδο των δύο ζευγαριών, αφηγήθηκε, με προτροπή μάλιστα της γυναίκας του και με πραγματική απόλαυση, πώς εκτέλεσε δυο Τούρκους “τσέτες”, που έπιασε στη μικρασιατική εκστρατεία.

“Ο συνταγματάρχης μου,  μου είπε να τους πάω στο Επιτελείο για ανάκριση, γιατί ήταν λέει μεγάλα ψάρια, εγώ όμως μόλις μπήκαμε σε μια ρεματιά, τους έκανα νόημα να φύγουν, χωρίς να τους λύσω εννοείται. Κάνανε κάτι χαρές….. Καθώς φεύγανε τους την άναψα, πρώτα τον ένα κι ύστερα τον άλλο. Μεγάλο καλαμπούρι. Όχι θα καθόμουνα μέσα στο λιοπύρι να τους πηγαίνω στο Ουσάκ, δέκα χιλιόμετρα πήγαινε και έλα. Την άραξα σ’ ένα χάνι, όλο πλατάνια, λίγο παρακάτω, ήπια δυο ούζα και στο  συνταγματάρχη είπα πως αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν”.

Είδα τη μαμά μου να γίνεται άσπρη σα χαρτί, ενώ αντίθετα ο πατέρας μου αγρίεψε. Το πρόσωπό του κοκκίνισε και τα χέρια του σφίξανε σε γροθιές. Προς στιγμήν φοβήθηκα πως θα σηκωνόταν από την καρέκλα του και θα πέταγε τον αξιωματικό στη θάλασσα. Δεν έκανε τίποτα όμως αλλά άφησε κάτι λεφτά στο τραπέζι και μας πήρε και φύγαμε αμέσως, χωρίς να τους χαιρετίσουμε.

Εκείνο το καλοκαίρι πήγαμε διήμερη εκδρομή στο μοναστήρι της Αγίας Ζώνης. Είχαμε πάει οι δυο οικογένειες, η δική μου και του Άγη και της Μάρθας καθώς και μερικοί άλλοι υπάλληλοι της Τράπεζας με τις γυναίκες τους, που δεν είχαν όμως παιδιά. Το μοναστήρι μου άρεσε πολύ, έτσι που ήταν σκαρφαλωμένο σε ένα ψηλό, κατάφυτο με πεύκα βουνό και η θέα από εκεί ήταν καταπληκτική. Πιο πολύ όμως μου άρεσε να βλέπω τους μεγάλους να κάνουν σαν παιδιά. Δεν τραγουδούσαν μόνο αλλά κάνανε και διάφορα αστεία, και το απόγεμα, σε ένα πλάτωμα, μπροστά στο μοναστήρι, στρωμένο με αληθινό χαλί από πευκοβελόνες, παίξανε αμάδες και μπιζ, σα να ήτανε παιδιά. Όταν νύχτωσε, το τοπίο έγινε μαγευτικό, καθώς ήταν πανσέληνος και το φεγγαρόφωτο ασήμωσε τους παμπάλαιους τοίχους της εκκλησιάς και των άλλων κτισμάτων του μοναστηριού. Είχαμε βγει όλοι στο δάσος και οι μεγάλοι τραγουδούσαν  ρομαντικά τραγούδια, που μου άρεσαν πολύ.

Αργότερα επισκεφθήκαμε και ένα άλλο μοναστήρι, του Τιμίου Σταυρού. Σ’ αυτή την εκδρομή ήμασταν πολύ περισσότεροι, γιατί η επιτυχία της προηγούμενης εκδρομής έφερε και άλλους στην παρέα μας, έτσι που γέμισε το λεωφορείο μόνο από μας. Ήταν και δυο – τρία ακόμα παιδιά στην ηλικία μας.

Το μοναστήρι βρισκόταν μέσα σε μια ρεματιά και ήταν τριγυρισμένο από ψηλό τοίχο σαν αληθινό κάστρο.

Ο ηγούμενος ήταν ένας λεβεντόγερος, που, όπως μου είπε αργότερα ο πατέρας μου, είχε πολεμήσει στον Μακεδονικόν Αγώνα. Μας υποδέχτηκε πολύ εγκάρδια και μετά τη λειτουργία, που έγινε ύστερα από την επιθυμία της κυρίας Μέλπως και άλλων γυναικών της παρέας, μας έκανε το τραπέζι στην αυλή του Μοναστηριού, κάτω από ένα θεριεμένο πλάτανο. Μου έκανε εντύπωση πως ο πατέρας μου, που δεν πατούσε το πόδι του σε εκκλησιά, έκανε πολύ καλή παρέα με τον ηγούμενο. Σε λίγην ώρα τα λέγανε σαν παλιοί φίλοι, ενώ πίνανε αδιάκοπα κρασί.

“Σπουδαίο κρασί έχεις γέροντα” του λέει καθώς τσουγκρίζανε για δέκατη ίσως φορά τα ποτήρια τους

“Είναι από τα αμπέλια του μοναστηριού. Ευλογημένο. Και πλήρωσον τον οίκον αυτού σίτου, οίνου και ελαίου. Κάτι ξέρει ο Κύριος, που το βάζει δεύτερο μετά το στάρι και πριν από το λάδι”.

“Ένα ποτήρι κρασί ουδέποτε βλάπτει” είπε αποφθεγματικά ο πατέρας μου και συμπλήρωσε “δύο δε, μάλλον ωφελούν”

και όλοι, με τον ηγούμενο πρώτον, ξέσπασαν σε γέλια.

Το μόνο που μας ενοχλούσε καθώς τρώγαμε ήταν ένα τσούρμο φαλαγγίτες, που είχαν επίσης έρθει εκδρομή στο μοναστήρι, γιατί κάνανε πολλή φασαρία με τις φωνές τους, τις σάλπιγγες και τα τύμπανά τους. Ο ηγούμενος δεν έκρυβε τη δυσφορία του και σε μια στιγμή τον άκουσα να λέει στον πατέρα μου χαμηλόφωνα

“Να ήταν άλλοι καιροί, θα τα είχα πετάξει τα κωλόπαιδα έξω, με τις κλωτσιές. Τώρα, τι να κάνω, τους ανέχομαι. Άσε που δεν μπορώ να χορέψω τσάμικο. Θα με κάρφωναν αμέσως”

“Στο Δεσπότη;” ρώτησε ο πατέρας μου

“Όχι στο Δεσπότη. Τι δουλειά έχουν μ’ αυτόν. Άσε που ο Ειρηναίος είναι εντάξει σε όλα του. Σ’ αυτόν τον αρχιβλάκα το Νομάρχη θα με χαφιέδιζαν”.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που άκουσα έναν καλόγερο να λέει κακές λέξεις όπως “κωλόπαιδα” και γενικά να μιλάει μάγκικα. Στο μεταξύ οι μεγάλοι έπιασαν κουβέντα για την κατάσταση στην Ευρώπη. Όλοι περίμεναν πως πολύ σύντομα θα ξεσπούσε παγκόσμιος πόλεμος. Ο Άγης νόμιζε πως “παγκόσμιος πόλεμος” θα πει να πάει όλος ο κόσμος στον πόλεμο, άντρες γυναίκες ακόμα και τα μικρά παιδιά, εγώ όμως είχα ρωτήσει τον μπαμπά μου και του εξήγησα. Μας τρόμαξε πάντως η κουβέντα των μεγάλων, ιδίως όταν είπανε για τα ασφυξιογόνα, κάτι αέρια, που θα τα σκορπίζανε με αεροπλάνα πάνω στις πόλεις και όλοι οι άνθρωποι θα σκάγανε από ασφυξία. Καθώς τους άκουγα να λένε όλο για την Αγγλία, δεν κρατήθηκα. Από όλα τα γαλλικά μυθιστορήματα που είχα διαβάσει, είχα σχηματίσει κακή εντύπωση για τους Άγγλους και την Αγγλία. Ακόμα και στα “τέκνα του πλοιάρχου Γκραντ” ή στις “20.000 λεύγες υπό την θάλασσαν” του Ιουλίου Βερν, το αντιαγγλικό πνεύμα ήταν διάχυτο. Χωρίς να με ρωτήσει κανένας, δήλωσα με παρρησία

“Εγώ τους Άγγλους τους μισώ”

Ο Άγης τότε μου ψιθύρισε συνωμοτικά

“Ο κύριος Τουλ είναι αγγλικής καταγωγής”

Τα έχασα. Δεν ήξερα τι να κάνω, γιατί τον συμπαθούσα τον κύριο Τουλ. Μάζεψα όλο το θάρρος μου και τον ρώτησα

“Σας πείραξε αυτό που είπα κύριε Τουλ;”

Αυτός χαμογέλασε, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου ’πε

“Γιατί να με πειράξει; Ο παππούς μου δεν ήταν Άγγλος αλλά Ιρλανδός. Και οι Ιρλανδοί επίσης δεν αγαπάνε τους Άγγλους”.

Τον κύριο Τουλ, δεν τον συμπαθούσα μόνο εγώ, αλλά και ο μπαμπάς μου, και η μαμά μου, και ο κύριος Παύλος, και η κυρία Μέλπω. Ήταν άνθρωπος ευγενικός και ευαίσθητος, φορούσε μπερέ σα ζωγράφος, και έπαιζε πολύ καλό πιάνο. Για το πόσο ευαίσθητος ήταν, ο πατέρας μου μας διηγήθηκε μια φορά γελώντας πως, πηγαίνοντας ένα πρωί στην Τράπεζα, τον είδε κατάχλωμο, κουρασμένο και με μάτια κομμένα. Όταν τον ρώτησε τι έχει, αυτός του απάντησε πως όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι γιατί κάποιος γείτονας, προφανώς πολύ άρρωστος, ίσως ετοιμοθάνατος, βογκούσε δυνατά.

“Να, στήσε αυτί. Ακόμα βογκάει” πρόσθεσε

Ο πατέρας μου τότε τον πήρε και βγήκανε στην πόρτα της Τράπεζας και του ’δειξε τον “ετοιμοθάνατο γείτονα που βογκούσε”: Ήταν ένα μαδέρι καϊκιού αραγμένου αντίκρυ, που η άκρη του, καθώς, με το κούνημα του καϊκιού, σερνόταν στο μουράγιο, έβγαζε έναν ήχο, παρόμοιο με παρατεταμένο βογκητό.

“Να πάρει η ευχή! Αυτό το μαδέρι δεν μ’ άφησε να κοιμηθώ όλη τη νύχτα”

Η κουβέντα των μεγάλων γύρισε ύστερα στο ζήτημα αν τα ζώα έχουν ψυχή. Η κυρία Μέλπω υποστήριζε πως δεν έχουν, ο πατέρας αντίθετα έλεγε πως έχουν, αλλά μικρότερη από των ανθρώπων.

“Η ψυχή δεν είναι όργανο, σαν την καρδιά ή το συκώτι, ψυχή είναι τα συναισθήματα, τα ένστικτα, οι σκέψεις, με λίγα λόγια η συνείδηση και το υποσυνείδητο. Άρα και τα ζώα έχουν ψυχή, σε μικρότερο βαθμό από τους ανθρώπους”.

Η συζήτηση φούντωσε αλλά εγώ βαρέθηκα να τους ακούω. Πήρα τον Άγη, τη Μάρθα και άλλα δυο παιδιά και παίξαμε κυνηγητό. Όταν κουραστήκαμε, καθίσαμε στα σκαλιά της εκκλησίας και ο Στεφανής, το ένα από τα παιδιά που ήρθαν μαζί μας στην εκδρομή, μας έμαθε ένα πολύ ωραίο τραγούδι, για “ένα μικρό καράβι που ήταν αταξίδευτο”. Το τραγούδι αυτό μας άρεσε πολύ, το μάθαμε απέξω και σ’ όλη τη διάρκεια της επιστροφής το τραγουδούσαμε, όχι μόνο εμείς, οι πέντε μικροί, αλλά και αρκετοί από τους μεγάλους.

Ο μπαμπάς μου δεν σύχναζε σε καφενεία. Όταν σχολνούσε από την Τράπεζα ερχόταν κατευθείαν σπίτι και περνούσε την ώρα του κουβεντιάζοντας με τη μαμά μου, παίζοντας μαζί μου, διαβάζοντας ή μαστορεύοντας. Εντούτοις, δυο απογεύματα τη βδομάδα, θα πήγαινε σ’ ένα καφενείο της παραλίας, όπου έπαιζε με τις ώρες σκάκι. Καμιά φορά, όταν ο Άγης έκανε μάθημα βιολιού και η Μάρθα πήγαινε με τη μαμά της στον εσπερινό, ο μπαμπάς μου μ’ έπαιρνε μαζί του στο καφενείο. Βαριόμουν να τον παρακολουθώ να παίζει σκάκι, είτε με τον κύριο Γκιώνη είτε με τον κύριο Πολυχρονίου, και άρχιζα τις σκανταλιές. Ευτυχώς στο καφενείο υπήρχε μια πολύ καλόβολη γάτα, η Ασπρούλα, με την οποία έπιασα φιλίες.

Ο κύριος Γκιώνης ήταν συνάδελφος του μπαμπά μου στην Τράπεζα, ενώ ο κύριος Πολυχρονίου ήταν αξιωματικός, κουτσός και απόστρατος, που έμενε στη γειτονιά μας. Μ’ αυτόν  ο μπαμπάς μου δεν έπαιζε μόνο σκάκι  αλλά ανέπτυξε πιο εγκάρδιες σχέσεις. Αποδείχτηκε πως ήξερε καλά το θείο Αντρέα, με τον οποίον είχαν υπηρετήσει στην ίδια μεραρχία και είχαν συμπολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο, στην εκστρατεία της Ουκρανίας και στη Μικρασία. Ήταν κι αυτός απότακτος του Κινήματος. Και ο κύριος Πολυχρονίου όταν ερχόταν στο σπίτι μας, μας έλεγε ιστορίες από τον πόλεμο, αλλά ποτέ δεν μας μιλούσε για σκοτωμούς και άλλα άγρια πράματα.

Σκάκι έπαιζε καμιά φορά ο μπαμπάς μου, όταν δεν υπήρχανε πολλοί πελάτες στο καφενείο και με τον καφετζή, τον κύριο Στέλιο, που ήταν σκακιστής και αριστερός. Αυτό το τελευταίο τον άκουσα που το έλεγε μια φορά, χαμηλόφωνα, στη μαμά μου.

“Ο Στέλιος είναι εντάξει. Δικός μας άνθρωπος” της είπε

Ένα απόγεμα, σ’ αυτό το καφενείο, δεν έπαιξαν σκάκι αλλά πιάσανε κουβέντα και σχεδόν καυγαδίσανε. Αιτία ήταν που η Ρωσία και η Γερμανία υπόγραψαν σύμφωνο φιλίας. Ήξερα πως ο μπαμπάς μου αγαπούσε τη Ρωσία, που την έλεγε πάντα Σοβιετική Ένωση, και τον Στάλιν, ενώ μισούσε τον Χίτλερ και τώρα τον έβλεπα, πολύ στεναχωρημένο, να προσπαθεί να δικαιολογήσει τον “Μουστάκια” όπως έλεγε τον Στάλιν.

“Μα δεν βλέπετε πως είναι κόλπο για να κερδίσει καιρό; Οι Αγγλογάλλοι χρόνια τώρα θέλουνε να στρέψουν τους Γερμανούς κατά των Σοβιετικών, για να κάνουν ύστερα καλά όποιον από τους δυο νικήσει”

Οι άλλοι και κυρίως ο κύριος Στέλιος κι ένα δυο φίλοι του, που δεν τους ήξερα, δεν συμφωνούσαν, κι αυτό στεναχωρούσε ακόμα πιο πολύ τον πατέρα μου. Εκεί που όλοι συμφώνησαν ήταν για κάτι Άγγλους πολιτικούς με παράξενα ονόματα: Τσάμπερλαιν, Χέντερσον, Χάλιφαξ,  που τους έβρισαν με την ψυχή τους. Βαριόμουν και στεναχωριόμουν που μαλώνανε και με μεγάλη ανακούφιση είδα τον πατέρα μου να σηκώνεται και να με παίρνει να φύγουμε.

Στην αρχή του καλοκαιριού είχε έρθει στο νησί ένας κύριος ψηλός και ροδομάγουλος, ο οποίος όμως, μολονότι ξένος, μιλούσε αρκετά καλά τα ελληνικά. Τον έβλεπα να πηγαίνει πολύ συχνά στην Τράπεζα και να κουβεντιάζει με τον πατέρα μου και τον κύριο Τουλ. Όπως μου εξήγησε ο πατέρας μου, ήταν Ελβετός, αλλά ζούσε χρόνια στην Ελλάδα και αγόραζε κρασιά για την Ελβετία. Ένα απόγεμα, λίγο μετά από αυτή τη συζήτηση στο καφενείο, ήρθε στο σπίτι μας μαζί με τον μπαμπά μου.  Με την κυρία Άννα, που τη βρήκε να κουβεντιάζει με τη μαμά μου, μίλησε γαλλικά ενώ με τους γονιούς μου ελληνικά.

“Εδώ πολλοί, όταν νομίζουν πως δεν τους ακούω, με λένε Φραγκό…σκυλο” είπε καθώς συζητούσαν στον πατέρα μου

“Σκυλόφραγκο σε λένε όχι φραγκόσκυλο” τον διόρθωσε εκείνος γελώντας “Έτσι λέμε χαϊδευτικά τους ξένους”.

“Δεν είναι έτσι, δεν είναι για χάδι, το λέτε γιατί δεν μας αγαπάτε”.

“Και πώς να σας αγαπάμε, αφού ετοιμάζεστε να κάνετε πόλεμο” του λέει η μαμά μου

“Όχι εμείς. Εγώ μαντάμ είμαι Ελβετός. Η χώρα μου έχει να πολεμήσει από τον καιρό του Ναπολέοντα. Εμείς είμαστε ουδέτεροι”.

“Και πολύ καλά κάνετε. Σκυλόφραγκοι λοιπόν είναι οι άλλοι, αυτοί που θέλουν τον πόλεμο, Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί και Γερμανοί”.

Ο πόλεμος ξέσπασε μια βδομάδα μετά από αυτή τη συζήτηση. Μας το είπε πρωί -πρωί ο κύριος Πολυχρονίου. Μου φάνηκε μάλιστα ευχαριστημένος.

“Τώρα θα δούνε οι Γερμανοί πόσα απίδια βγάζει ο σάκος” έλεγε ενθουσιασμένος στον πατέρα μου. “Άνοιξαν διμέτωπο αγώνα, από τη μια ο γαλλικός στρατός και ο αγγλικός στόλος, οι καλύτεροι του κόσμου, και από την άλλη, το πολωνικό ιππικό. Δεν τους ξέρεις τους Πολωνούς. Θα τους πάρουν φαλάγγι τους γερμαναράδες. Σε τρεις μήνες θα έχει πέσει ο Χίτλερ”.

Μια βδομάδα μετά, ανοίξανε τα σχολεία. Πήγαινα τώρα στη δευτέρα οκταταξίου. Στα διαλείμματα κουβεντιάζαμε για τον πόλεμο στην Ευρώπη. Οι πιο πολλοί συμμαθητές μου ήταν αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι, αλλά υπήρχαν και πολλοί γερμανόφιλοι, ενώ κανείς τους δεν ήταν ιταλόφιλος. Οι πιο πολλοί από αυτούς τους γερμανόφιλους ήταν βαθμοφόροι στην ΕΟΝ και τώρα ήταν όλο καμάρι, γιατί τα πράγματα δεν έγιναν καθόλου όπως τα πρόβλεψε ο κύριος Πολυχρονίου. Οι Πολωνοί όχι μόνο δεν πήραν φαλάγγι τους Γερμανούς, αλλά υποχωρούσαν παντού. Οι Γερμανοί είχαν κιόλας φτάσει στη Βαρσοβία. Και από την άλλη, οι Γάλλοι δεν κάνανε τίποτα για να τους βοηθήσουν. Δεν ξεμυτούσαν από τη γραμμή Μαζινό και μόνο μια επίθεση κάνανε, καταλάβανε μια πόλη, το Σααρμπρύκεν, αλλά το κράτησαν μόνο δέκα μέρες, ύστερα γύρισαν στη γραμμή Μαζινό τους.

Κι ο πατέρας μου δεν ήταν ευχαριστημένος κι ας μην αγαπούσε ούτε τους Γάλλους ούτε τους Άγγλους. Τον έβλεπα να σκυθρωπιάζει όταν άκουγε στο ραδιόφωνο για την προέλαση των Γερμανών.

“Ευτυχώς που υπάρχει η Σοβιετική Ένωση και ο Μουστάκιας” έλεγε στη μαμά μου, όταν συζητούσαν χαμηλόφωνα τις ειδήσεις από το μέτωπο.

“Μην κοιτάς που τους κάνουν τώρα τους φίλους. Αύριο θα τους βρουν μπροστά τους” τη διαβεβαίωνε.

Μέσα Νοεμβρίου, μας ανακοίνωσε πως τον μεταθέσανε πάλι στη Μυτιλήνη. Χαρήκαμε πολύ που θα γυρίζαμε στον τόπο μας.

Advertisement

Ρυθμίσεις απορρήτου

We will be happy to hear your thoughts

Leave a reply

Shopping cart